To πλαίσιο

Συνήθως όταν τσακωνόμαστε ή απλώς διαφωνούμε σε μια συζήτηση αυτό δεν οφείλεται στις υπάρχουσες αντίθετες απόψεις. Τις περισσότερες φορές συμβαίνει για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο που όμως αδυνατούμε να αντιληφθούμε, με αποτέλεσμα τη δημιουργία έντασης, την κλιμάκωσή της και τελικά ακόμη και τον εκτροχιασμό της συνομιλίας.

Αυτό λοιπόν που ξεχνάμε εξ αρχής να θέσουμε είναι το «πλαίσιο» της κουβέντας. Τι επιδιώκουμε δηλαδή να συζητήσουμε και άρα ποιες είναι οι παραδοχές που συμφωνούμε a priori πως υπάρχουν. Χωρίς αυτό το πλαίσιο ο καθένας λέει απλώς την άποψή του καταλήγοντας με το μυαλό του σε όποιο συμπέρασμα θέλει για τον συνομιλητή του.

Πάμε να δούμε μερικά παραδείγματα:

Δικαιωματισμός

Πεδίον δόξης λαμπρόν για ατέρμονες διαφωνίες και διαξιφισμούς. Και μόνο μία λέξη αρκεί να πυροδοτήσει εκρήξεις μεγατόνων με απρόβλεπτες συνέπειες. Πρόκειται για τη συζήτηση εκείνη όπου καταλήγει να φαίνεται ότι ο ένας υπερασπίζεται το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να είναι και να υποστηρίζει ό,τι θέλει και ο άλλος πως εναντιώνεται σε αυτό το δικαίωμα θεωρώντας πως υπάρχουν όρια που δεν πρέπει ποτέ κανείς να παραβιάζει…

Είναι όμως έτσι; Είναι αυτός ο πυρήνας της αντιπαράθεσης; Ας δούμε πως ευκολύνεται η διαδικασία της συζήτησης, εάν μπει το πλαίσιο που λέγαμε πριν. Και ποιο είναι αυτό λοιπόν; Μα είναι απλό. Και οι δύο συνομιλητές συμφωνούν πως ο καθένας έχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, μαζί με όλα τα άλλα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα της χώρας. Το επίδικο στην κουβέντα είναι άλλο. Πως οι υπέρμαχοι του δικαιωματισμού (δικαιωματιστές εφεξής) ισχυρίζονται πως θα πρέπει να αλλάξουν μια σειρά από πράγματα, ώστε να εξασφαλίσουν αυτά ακριβώς που θεωρούν πως κινδυνεύουν να μην απολαμβάνουν στο παρόν και στο μέλλον. Η εισαγωγή για παράδειγμα και άλλων φύλων δίνει στη δική τους θεώρηση μια λύση στο ζήτημα αυτό.

Μα, το πλαίσιο είναι όπως είπαμε, ο σεβασμός του αυτοπροσδιορισμού. Επομένως, αντί να εφεύρουμε νέες έννοιες (το τρίτο φύλο και το κανένα φύλο είναι τέτοιες) μπορούμε απλώς να υπενθυμίσουμε στην κοινωνία (με διάφορους τρόπους) την ύπαρξη της διαφορετικότητας και τον αδιαπραγμάτευτο σεβασμό της. Αρκεί να θυμηθούμε εμείς οι ίδιοι και να μάθουμε (σ)τα παιδιά μας πως ο κόσμος δεν περιλαμβάνει μόνο τα δικά μας στερεότυπα και πως κάθε άνθρωπος ζει και εκφράζεται με τον δικό του τρόπο, ανεξάρτητα αν μας αρέσει, αν συμφωνούμε ή αν επικροτούμε. Οφείλουμε να αποδεχόμαστε τον άλλον όπως είναι, αρκεί φυσικά να κινείται στα όρια της νομιμότητας που η ίδια η κοινωνία έχει θεσπίσει (θα το δούμε και παρακάτω αυτό).

Βεβαίως το «πλαίσιο» της κουβέντας δε σημαίνει πως δίνει διέξοδο σε κάθε διένεξη. Όταν οι δικαιωματιστές μιλούν για διεύρυνση της έννοιας «οικογένεια» με τη δυνατότητα υιοθεσίας και από ομόφυλα ζευγάρια, αυτό είναι θέμα που η ίδια η κοινωνία θα αποφασίσει τελικά πώς θα το αντιμετωπίσει. Κι αυτό γιατί εδώ δεν υπεισέρχεται το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, βάσει του προηγούμενου πλαισίου, αλλά αφορά σε έναν άλλον άνθρωπο (δηλ. το παιδί). Και η κοινωνία είναι αυτή που αποφασίζει πάντα, με τους νόμους που ψηφίζει η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση (θα επανέλθω και σε αυτό).

(Λάθρο)μετανάστευση

Του Κουτρούλη ο γάμος! Χαμός. Ξεκατινιάσματα. Απειλές. Ύβρεις. Κατάρες και ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου σε αισχρολογία και προσβολές… Κι όλα αυτά πάλι γιατί όταν ξεκινάει η συζήτηση περί μετανάστευσης δεν τίθεται κανένα πλαίσιο.

Ας δούμε όμως πόσο αλλάζουν όλα όταν μπει το πλαίσιο. Ναι η αξία της ανθρώπινης ζωής είναι ανεκτίμητη. Ναι, οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να μεταναστεύουν. Όπως το έκαναν ανέκαθεν. Όμως υπάρχουν κανόνες-νόμοι που διέπουν τη μετανάστευση και πρέπει να τηρούνται. Εάν δεν τηρούνται μιλάμε για εισβολείς. Μόνο στην περίπτωση προσφύγων υπάρχουν άλλα πρωτόκολλα τα οποία επίσης πατούν σε νόμους και διαδικασίες και πρέπει να τηρούνται.

Οτιδήποτε εκτός πλαισίου είναι και εκτός συζήτησης κι εκεί σταματούν όλα, εκτός και επιθυμεί κανείς να μαλλιοτραβιέται επ’ άπειρον. Προφανώς σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει εποικοδομητικός διάλογος με επιχειρήματα, οπότε όποιος συνεχίσει το κάνει με δική του ευθύνη! Μπορεί δηλαδή να πεταχτεί ο ένας και να μιλήσει για εθνική ομοιογένεια, εθνικό DNA, οι αλλοδαποί να γυρίσουν στις κωλο-χώρες τους κλπ και ο άλλος να είναι απλώς με τον ΑΝΘΡΩΠΟ, χωρίς κανείς να μπορεί να συνεισφέρει με ένα ορθολογικό επιχείρημα, που πάει να πει να εναρμονίζεται με το αρχικό πλαίσιο της κουβέντας. Προφανώς σε μια συζήτηση μεταξύ ομοϊδεατών το πλαίσιο μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό και να υπερκαλύπτει μόνο την μία πλευρά, οπότε κανένα πρόβλημα. Όλοι τότε βγαίνουν από τη συζήτηση ευχαριστημένοι…

Η μαγική λέξη λοιπόν είναι το πλαίσιο. Πάμε σε άλλο παράδειγμα.

Μειονότητες  

Πιστοί του Ισλάμ, Ρομά, βρίσκονται στο κέντρο ατελείωτων συζητήσεων-διενέξεων. Μα, και πάλι το πλαίσιο είναι αυτό που θα δώσει τη λύση. ΠΡΟΣΟΧΗ: Όχι στο πρόβλημα καθεαυτό αλλά στις αδιέξοδες περί αυτών συζητήσεις. Γιατί αυτό συζητάμε τώρα. Μην ξεχνιόμαστε. Πώς θα αποφεύγουμε τα μαλλιοτραβήγματα, είτε διά ζώσης είτε διαδικτυακά.

Το πλαίσιο λοιπόν για τη συζήτηση περί Ισλάμ μπορεί να είναι πως αποδεχόμαστε εκ προοιμίου το δικαίωμα του καθενός ανθρώπου να πιστεύει σε όποια θρησκεία θέλει (ανεξιθρησκεία γαρ). Φυσικά και πρέπει να υπάρχουν λατρευτικοί χώροι ανάλογοι με τον πληθυσμό, ώστε να μπορεί να εκτελεί ο κάθε πιστός τα καθήκοντά του. Όμως, καμία θρησκευτική έκφραση δε θα πρέπει να παραβιάζει την εγχώρια (δηλ. ελληνική νομοθεσία). Έτσι, σε μία συζήτηση περί Ισλάμ, όταν εγώ τίθεμαι εναντίον της μπούργκας δεν το κάνω γιατί αμφισβητώ το δικαίωμα της πιστής που τη φορά να ντύνεται όπως θέλει, αλλά το κάνω επειδή η εμπειρία μου υπαγορεύει πως πρόκειται για μια υποχρεωτική πράξη-παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η γυναίκα δηλαδή φορά την μαντίλα, μπούργκα, τσαντόρ όχι από επιλογή αλλά επειδή την υποχρεώνει ο Μωάμεθ και οι διάδοχοι-εκφραστές του, επί ποινή κακοποίησης ή και θανάτου. Αυτό είναι εδώ το επίδικο. Γι’ αυτό και δε συζητάμε καθόλου για τις καλόγριες του Χριστιανισμού, αφού εκεί μιλάμε για επιλογή-κλήση και όχι φυσικά για υποχρεωτικότητα. Εγώ που ψέγω αυτή την πλευρά του Ισλαμισμού το κάνω επειδή την κρίνω ως κακοποιητική. Τόσο απλά. Άρα, εάν εσύ δεν συμφωνείς με αυτό το πλαίσιο, εγώ θα σταματήσω την κουβέντα αφού δε θα οδηγήσει πουθενά. Το ζήτημα βέβαια αν αποτελεί πρόβλημα για την Ελλάδα και την Ευρώπη η είσοδος εκατομμυρίων Μουσουλμάνων θα λύσει επίσης η κοινωνία με τους νόμους της πολιτείας. Όμως για να προσέλθουμε στον όποιο διάλογο θα πρέπει πρώτα να θέσουμε το πλαίσιο κι έπειτα να αναπτύξουμε επιχειρήματα.

Το ίδιο και στη συζήτηση περί Ρομά. Το πλαίσιο οποιασδήποτε κουβέντας ξεκινά στον σεβασμό της πολιτισμικής τους κληρονομιάς (βλ. έθιμα, ενδυμασία κλπ) και καταλήγει στην υποχρέωσή τους να ακολουθούν τους νόμους της κοινωνίας στην οποία διαβιούν. Τόσο απλά. Δεν πρόκειται για ρατσισμό όταν μιλάμε για παραβατικότητα και φυσικά είναι ανόητος όποιος πει πως η παραβατικότητα έχει φυλετικά χαρακτηριστικά.

Και να ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμα: Στο πλαίσιο που τέθηκε εξ αρχής, ο σεβασμός στον άλλον άνθρωπο και στις όποιες επιλογές του είναι αυτονόητος. Η αποδοχή του επίσης. Η συμπάθεια, όμως, όπως και η προτίμηση, είναι δική μου επιλογή, επίσης αυτονόητη.

Και βέβαια έχουμε και την:

Πολιτική

Η κορωνίδα των τσακωμών στην Ελλάδα. Ο λόγος που φίλοι έπαψαν να μιλιούνται μεταξύ τους, σύζυγοι να ψυχρανθούν, άγνωστοι να αλληλοπροσβάλλονται, όταν αρκούσε να μπει ένα απλό πλαίσιο προτού ξεκινήσουν. Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά τι επιδιώκουμε με αυτή τη συζήτηση. Λέει για παράδειγμα ο ένας «πρέπει να πέσει η κυβέρνηση. Δεν πάει άλλο». Μάλιστα. Πάμε να το θέσουμε λοιπόν. «Κι εγώ πιστεύω πως καλό είναι να αλλάξει η κυβέρνηση. Ας συζητήσουμε τις εναλλακτικές». Και τότε από την απάντηση, προκύπτει αν θα πρέπει να συνεχιστεί ή όχι αυτή η κουβέντα. Στην απάντηση «δεν έχει σημασία, αρκεί να φύγει αυτή κυβέρνηση», το θέμα θεωρείται ήδη λήξαν. Αφού το πλαίσιο που τέθηκε (από μένα) χρειάζεται και εναλλακτικές διακυβέρνησης, δεν υπάρχει έδαφος συνέχισης και σταματάμε εδώ. Εάν όμως η απάντηση είναι «ο Τάδε ή η Δείνα» ή «και οι δύο αυτοί μαζί», τότε μπορεί να ξεκινήσει μια εποικοδομητική συζήτηση. Με την προϋπόθεση βέβαια πως έχει επίσης ξεκαθαριστεί με ποια προαίρεση μιλά ο καθένας. Θα μιλήσουμε με επιχειρήματα που αντέχουν στοιχειωδώς έστω στη λογική ή θα αναπαράγουμε ασυναρτησίες, προπαγάνδα και υπερβολές; Ο ορθός λόγος είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο, οπότε σε περίπτωση αδυναμίας άρθρωσής του επίσης πρέπει να έχουμε game over. Όταν εγώ συμμετέχω σε μια πολιτική συζήτηση με την ανωτερότητα της ανιδιοτέλειας και συ με το βάρος του οπαδισμού τότε καλύτερα να σταματήσουμε αμέσως.

Και τότε γεννάται το ερώτημα: Να σταματήσουμε δηλαδή να συζητάμε; Όχι, να σταματήσουμε να νομίζουμε ότι συζητάμε. Από κει και ύστερα ο καθένας επιλέγει αν θέλει το μαλλιοτράβηγμα ή όχι. Αλλά, να έχουμε επίγνωση μου φαίνεται πως είναι πιο ταιριαστό στην ανθρώπινη φύση, τουλάχιστον για όσους αισθάνονται πως πραγματικά τη διαθέτουν.

Και δυο πράγματα σχετικά με την «αυτοθέσμιση της κοινωνίας» που έλεγε ο Καστοριάδης. Κάθε κοινωνία επιλέγει μόνη της τους θεσμούς της. Η σημερινή κοινωνία αποφάσισε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας με εντελώς διαφορετική ματιά απ’ ό,τι τη δεκαετία του ΄50 (και πολύ καλά έκανε). Το ίδιο αποφαίνεται τώρα για μια σειρά ζητημάτων που περασμένες δεκαετίες ήταν απαγορευμένα και το ίδιο θα κάνει και τα προσεχή χρόνια, όπου μπορεί και να αναθεωρήσει. Κι ο μόνος τρόπος να συμβεί αυτό είναι μέσα από τις εκλογές, όπου κάθε τέσσερα χρόνια οι πολίτες δίνουν το δικαίωμα και την υποχρέωση άσκησης της εξουσίας σε κάποιο κόμμα-πολιτικό σχηματισμό. Υπάρχει βέβαια κι ο δρόμος της επανάστασης, ο οποίος για να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι μαζικός και όχι καπελωμένος.

Σε κάθε περίπτωση, όταν γράφει κάποιος «δεν πάει άλλο, η κοινωνία δεν αντέχει» κλπ εκφράζει πάντοτε την προσωπική του άποψη, συχνά αυτοδιαψευδόμενος αφού το κάνει από τις «ανέσεις» του περιβάλλοντος που κατακρίνει.  


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *