Πόσες φορές δεν έχουμε στεναχωρηθεί επειδή τσακωθήκαμε με κάποιον γνωστό, φίλο, συγγενή μας, δικό μας άνθρωπο τέλος πάντων; Και πάντα αναρωτιόμαστε πώς γίνεται και δε μας καταλαβαίνει ενώ εμείς νομίζουμε ότι τον ξέρουμε πολύ καλά; Αμέτρητες. Συμβαίνει συνέχεια και ενώ ευελπιστούμε πως θα ακούσουμε κάποτε το «έχεις δίκιο», αντιθέτως δεχόμαστε καταιγισμό αντιρρήσεων φέρνοντάς μας ακόμη πιο κοντά στην «έκρηξη».
Αυτό που μας διαφεύγει λοιπόν είναι πως πίσω από κάθε ανθρώπινη αντιδικία κρύβεται ένας ολόκληρος μηχανισμός ο οποίος καθοδηγεί, κρυμμένος καλά, την εκάστοτε συμπεριφορά. Πρόκειται για την κινητήριο δύναμη, τον ιθύνοντα νου όλων των αντιδράσεων του καθενός και, είναι επειδή δεν καταφέρνουμε σχεδόν ποτέ να τον αποκωδικοποιήσουμε, που συχνά γίνεται η ζωή μας αβίωτη…
Ο μηχανισμός αυτός είναι σαν το Μαύρο Κουτί στα αεροπλάνα. Καθορίζει το κοσμοείδωλό μας και ρυθμίζει τον τρόπο που αλληλεπιδρούμε με τους γύρω μας. Εντός του βρίσκεται φυσικά όλο το «λογισμικό», αλλά μαζί πολύ καλά προστατευμένο από την εμπειρία αναπαύεται ένα μικροσκοπικό τσιπάκι, η απολύτως μύχια εντύπωση που έχουμε διαμορφώσει με τον καιρό εμείς για τον εαυτό μας και τους άλλους.
Το Μαύρο Κουτί έχει λοιπόν τον τελευταίο λόγο. Όλες οι γνώσεις, οι πληροφορίες, οι αισθητηριακές εμπειρίες, οι προσλαμβάνουσες γενικώς, φιλτράρονται και καταλήγουν στο τσιπάκι που παίρνει τις τελικές αποφάσεις. Όλο το «παιχνίδι» βρίσκεται εκεί ακριβώς και είναι απλώς χάσιμο χρόνο η προσπάθεια για επικοινωνία, χωρίς να λαμβάνεται αυτό υπόψη. Εξ ου και οι ατέρμονες αντιπαραθέσεις (μου είπες, σου είπα, δεν εννοούσα αυτό, άλλο λέω άλλο καταλαβαίνεις κλπ).
Οι διαφωνίες, οι αντιδικίες, οι διενέξεις των ανθρώπων δε βασίζονται ποτέ σε κάποια επιχειρηματολογία. Κι αν κάποτε υπάρξουν λογικά επιχειρήματα αυτά σχεδόν ποτέ δε φτάνουν στον δέκτη. Έχουν εξατμιστεί πριν καν φτάσουν στα αυτιά του. Μόνο η ένταση της φωνής και η μονότονη επανάληψη των ίδιων νοημάτων υπάρχουν ως μέσα διεξαγωγής τους.
Τα πάντα καθορίζονται από αυτό το αναθεματισμένο τσιπάκι, μέσα στο οποίο είναι γραμμένος ο κώδικας συμπεριφοράς όλων μας, με ελάχιστα περιθώρια διορθώσεων και αλλαγών. Συνεπώς, αν δε βρεθεί το «κλειδί» που θα ξεκλειδώσει τον κώδικα αυτόν, οποιαδήποτε προσπάθεια επικοινωνίας πάει με πάσα βεβαιότητα κουβά. Και θα ρωτήσει εύλογα κανείς: «Και πού βρίσκεται αυτό το κλειδί;»
Η απάντηση δεν είναι εύκολη, δεν είναι όμως ούτε αδύνατη. Ειδικά για τους δικούς μας ανθρώπους είναι καίριας σημασίας η προσπάθεια για εξεύρεσή της. Το να βρούμε το κλειδί λοιπόν σημαίνει να ενδιαφερθούμε για το Μαύρο Κουτί τους. Σημαίνει να παραδεχτούμε πως για τον συνάνθρωπό μας, βαθιά στην ψυχή του, υπάρχουν κρυμμένα στοιχεία που λειτουργούν στο παρασκήνιο και ουσιαστικά κινούν σαν μαριονέτα τα νήματα της συμπεριφοράς του. Αυτό είναι το πρώτο βήμα.
Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι τραύματα της παιδικής του ηλικίας. Απωθημένα ετών που με τα χρόνια απέκτησαν τον όγκο οροσειράς… Διαψεύσεις που επέφεραν κάθε είδους αρνητικά συναισθήματα. Απογοητεύσεις που επικάθησαν με τα χρόνια στο σφουγγάρι της υπομονής και τώρα στάζουν πια ανεξέλεγκτα. Προσβολές και χλευασμοί που διαμόρφωσαν μέσα του άμυνες που καμία δύναμη δεν μπορεί να τις υπερνικήσει. Χαμηλή αυτοεκτίμηση ή, αντίθετα, απύθμενο Υπερεγώ. Όλα αυτά καθιστούν την επικοινωνία, συχνά, αδύνατη εκτός και βρεθεί το κλειδί της αποκωδικοποίησης που τα αλλάζει όλα…
Και βέβαια, το κλειδί αυτό δεν είναι άλλο από τη συνειδητοποίηση αυτού του παρασκηνιακού μηχανισμού, η ανακάλυψη του «μικροτσίπ».
Τότε πια η εκάστοτε αντιδικία τίθεται πλέον σε άλλη βάση. Η ίδια η συζήτηση που προηγείται αυτής τίθεται σε άλλη βάση. Ο άνθρωπός μας πλέον δεν είναι ο ίδιος που βλέπαμε πριν. Αυτό που βλέπαμε τόσο καιρό ήταν το απείκασμά του. Ένας παραμορφωτικός καθρέπτης. Ο άνθρωπός μας έχει χαρακτηριστικά που μόνο με το ξεκλείδωμα του Μαύρου Κουτιού τους μπορέσαμε να δούμε… Και τότε όλα φαντάζουν τόσο αλλιώτικα.
Ο ξερόλας που μας σπάει τα νεύρα μπορεί να είναι κάποιος που δεν κατόρθωσε να ξεχωρίσει στο σχολείο με τις επιδόσεις του, παρά τις περί του αντιθέτου προσπάθειες των γονιών του. Η μονίμως αντιρρησίας των λεγομένων σου, δεν είναι παρά η τύπισσα που μεγάλωσε με την ιδέα της παντοδυναμίας της, αλλά προσγειώθηκε απότομα από τις συνθήκες και πλέον τα βλέπει όλα ανταγωνιστικά. Ο εμμονικός με ένα κόμμα, με μια ιδέα, με ένα οτιδήποτε, που σπαταλάει χρόνο ατελείωτο χωρίς να σέβεται τις αρχές του ορθολογισμού, απλώς υπακούει στο ένστικτο της νοητικής του επιβίωσης μέσα σε έναν κόσμο που αρνείται πεισματικά να κατανοήσει, μόνο και μόνο γιατί δεν ανταποκρίνεται στο Υπερεγώ του. «Κι αν η πραγματικότητα δε συμβαδίζει με τα πιστεύω μου, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα» που θα ‘λεγε κι ο Χέγκελ.
Και κάπως έτσι, ακόμη κι αν δεν καταφέρουμε να αποφύγουμε εντελώς τις ατέρμονες λογομαχίες, τσακωμούς κλπ. με τους δικούς μας ανθρώπους, μπορούμε τουλάχιστον να περιορίσουμε δραματικά τη συχνότητά τους.
Αφήστε μια απάντηση