Μέσα από τις γρίλιες το λιγοστό του φεγγαριού βάφει τις φωτογραφίες σου μαυρόασπρες,
όλα τα χρώματα επέστρεψαν στο ουράνιο τόξο,
και όλες οι σκιές καυχώνται για την παντοδυναμία τους.
Δεν περίσσεψε ούτε σπόρος ηλιαχτίδας, όλες τις ευωδίες τις νάρκωσε το θυμιατό,
κινούμενη άμμος το πάτωμα που τρίζει ή μήπως είναι τα γόνατα που δυσανασχετούν;
Ποιος ξέρει; Ποιος νοιάζεται; Ποιος υπάρχει; Θα ‘ρθουνε πολλοί να σε φροντίσουν,
θα σε κρατήσουν από το χέρι, θα χαϊδέψουν τα μαλλιά σου, θα κοιτάξουν φευγαλέα
το σουφρωμένο στόμα σου και θα σου πουν γεμάτοι έπαρση τα νέα τους
πάντοτε κοιτώντας φευγαλέα, όχι όμως σήμερα. Όχι σαββατόβραδο,
που o κόσμος νοιάζεται να συναντήσει το παρόν του κι οι ιστορίες απ’ το χτες
κοιμούνται σαν τα μωρά παιδιά που πάλι θα ξυπνήσουν το πρωί και θ’ αποζητούν
την προσοχή μας.
Έβρασε το τσάι κι οι αχνιστές γραμμές του αγγίζουν στοργικά τη μοναξιά σου.
Ο Άλλος ακόμη και μες στη θλιβερή του εκδοχή ήτανε ο λώρος με το χτες, αλλά κι
αυτός που με το τίποτα μπορούσε να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου
του έρημου, του μοναχικού, του δίχως μοιρολόι.
Πόσο πολύ αστόχησες που νόμιζες πως κιόλας είχε έρθει!
Σερβίρισες με πάταγο το μοναδικό φλιτζάνι, είπες να στάξεις και κονιάκ,
μιας κι είναι σαββατόβραδο κι ο κόσμος ονειρεύεται πως είναι κάτι άλλο,
μα γίνεται στ’ αλήθεια να ονειρεύεσαι με δίχως κάποιον Άλλο;
Δίχως φως όλα υποχρεωτικά σωπάζουν. Στο λιγοστό του φεγγαριού
οι αναμνήσεις γιγαντώνονται, θεριεύουν, διεκδικούν το είναι τους
και πάλι όμως κάπως γίνεται και άξαφνα βουβαίνονται,
όπως η μελαγχολική του θύμηση
κι η βεβαιότητα πια πως όταν δυο ίσα μάτια σε κοιτούν
ποτέ δεν είσαι μόνος μες στη μοναξιά σου.
Ένα ψιλόβροχο στάθηκε έξω απ’ το παράθυρο γυρεύοντας λίγη συντροφιά,
που ανέλπιστα τη βρήκε στα δυο σου μάγουλα κι ας ήταν σαββατόβραδο
που ο κόσμος όλος έψαχνε μια αφορμή για να χαρεί.
Ίδια κι εσύ τώρα γυρεύεις να πιαστείς από κάποια αναλαμπή
να ξεγελάσεις τη μαυρίλα και να ξεγελαστείς,
γιατί οι ώρες καθώς μικραίνουν κάνουν τα βράδια ανελέητα
και το ψιλόβροχο να μοιάζει με κατακλυσμό.
Μ’ εκείνο το παλιό ταγκό δοκίμασες να θυμηθείς πώς ήταν τότε
που μπορούσες να τους έχεις όλους δίπλα σου
κι εκείνον να σου λέει τι ωραίο που είναι πάνω σου το άρωμα των γενεθλίων
και πόσο άφοβα μαζί σου θα περνούσε όλη τη ζωή του,
στα βήματα της ανεμελιάς και της ελπίδας.
Τότε που αρκούσαν δυο χαμόγελα για να φτιάξουν μια αγκαλιά,
τότε που κάθε στιγμή ήταν η κατάλληλη
κι η παρέα πόσο όμορφα που ξεπερνούσε την ασχήμια
μες στην παραφροσύνη της αφθαρσίας και της άγνοιας!
Και πρέπει, λέει, να συνηθίσεις την ιδέα, όχι του θανάτου,
αλλά της λησμονιάς των άλλων, λες και γίνεται
να ζεις σε μια ζωή με μόνο αναμνήσεις που κι αυτές
κρατούν μόνο όσο τις θυμάσαι.
Αλλά είναι σαββατόβραδο και τ’ αγόρια εκεί έξω αναζητούν τον έρωτά τους.
Το ίδιο κι οι κοπέλες λαχταρούν να φιλήσουν και να φιληθούν,
το ίδιο κι οι ψυχές αποζητούν μια θαλπωρή να τις ζεστάνει,
το ίδιο και ο θάνατος γυρεύει στο σκοτάδι τον απελπισμένο.
Να, από το βάθος κάποιος αχνοφαίνεται, τον μαντεύεις που σαλεύει!
Κάτι κρατά, κάτι σου γνέφει, κάνεις πως δεν κοιτάς, όμως σε είδε…
Και πρέπει τώρα να μετρήσεις της ζωής σου τις αποκοτιές.
Να εκτιμήσεις τις συνέπειες και να γιατρέψεις τις ψυχές
που άθελά σου μόλυνες με το εγώ, το δεν πειράζει
και το αργόσυρτο και βασανιστικό αλλά κι αυτός γιατί;
Όχι όμως σαββατόβραδο. Κι αύριο μέρα είναι.
Τώρα το ταγκό σου σε γυρεύει, όπως η νύχτα τη σελήνη της,
κρατιέσαι απ’ τη μαγκούρα σου πατώντας στις νοτισμένες απ’ το γήρας
ξεχειλωμένες σου παντόφλες. Είσαστε πια αχώριστες.
Σέρνεις τα βήματα προσεκτικά κι η μουσική τ’ ακολουθεί υπομονετικά
σεβόμενη πως ακόμη κι έτσι είσαι η συντροφιά της.
Τα στιβαρά του χέρια αγγίζουν νοερά τη λικνισμένη μέση σου,
οι ψίθυροι στ’ αυτί ακαταλαβίστικοι, κάτι όμως υπόσχονται, κάτι δηλώνουνε,
κάτι καθορίζουν, κάτι εξομολογούνται.
Το σ’αγαπώ μπορεί να ειπωθεί με χιλιάδες τρόπους.
Όχι δεν είμαι απελπισμένη. Τ’ ακούς;
Απλώς βάρυναν μέσα μου οι φορές που έπρεπε να κάνω ησυχία
και κάτι τέτοιες μουσικές το μετανιώνω που δε χόρευα συνέχεια,
το σώμα μου εκλιπαρούσε μα το μυαλό όλο νουθετούσε
και το κορμί υπάκουε μέχρι που βαρέθηκε κι εκείνο
και συμβιβάστηκε με τις δυο αχώριστες παντοτινές μου φίλες.
Ζαλίστηκες και είπες να ξαπλώσεις. Θα μαζέψεις αύριο πρωί. Ή απόγευμα,
δεν ξέρεις, ίσως και ποτέ. Ποιος θα νοιαστεί. Τα παιδιά αν έρθουν θα ‘ρθούν
να λυπηθούν, να σε μαλώσουν, να ειρωνευτούν κουνώντας το κεφάλι
που πάλι δεν κατάλαβες, που πάλι δε θυμήθηκες, που πάλι ζεις στο παρελθόν.
Μα κάπου πρέπει κι εσύ να ζήσεις!
Για σένα ο κόσμος πια έχει κρατήσει μια μικρούλα θέση στον εξώστη,
πού να δεις από τόσο μακριά;
Και τι πειράζει να ακούγεται κάπου κάπου η ίδια ιστορία,
κάποτε αυτή θ’ αναπαράγουν κλαίγοντας…
και ίσως να ‘ναι σαββατόβραδο, που οι άνθρωποι
θέλουν είτε να γελάσουν είτε να αποθυμηθούν.
Έκλεισε τ’ αγιάζι τις κουρτίνες φιλώντας σε στο μάγουλο,
τόσο καιρό ανέγγιχτο κανείς δε σκέφτηκε πως είν’ το ίδιο,
κατάντησε απλώς καμβάς για τις ρυτίδες κι όλοι να το αποφεύγουν.
Για δες, οι δρόμοι άδειασαν κι ο καθένας πήρε σπίτι του
το μερτικό του από ένα ακόμη σκοτωμένο σαββατόβραδο.
Και συ εκεί στο συλημένο διπλό κρεβάτι να κουλουριάζεσαι
όπως παλιά μήπως και φύγει μακριά ο φόβος όχι του θανάτου, αλλά της ανεπίγνωστα φριχτής και μάταιης αυτοσυνειδησίας…
Αφήστε μια απάντηση