Ο φεγγίτης

Από τον βαθύ ύπνο του τον ξύπνησε ένας ψίθυρος. Σήκωσε το κεφάλι του τρομαγμένος κι έψαξε να βρει από πού ερχόταν, πριν ακόμη τα μάτια του συνηθίσουν το σκοτάδι. Φόρεσε τα γυαλιά του, έβγαλε τις ωτοασπίδες και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτήρι με το νερό πλάι, στο κομοδίνο. Την κοίταξε που κοιμόταν με γυρισμένη πλάτη και υπέθεσε πως εκείνη δεν είχε ακούσει τίποτα. Έμεινε για λίγο καθιστός θέλοντας να βεβαιωθεί πως όντως ο ψίθυρος ήταν υπαρκτός και διαπίστωσε πως στο μεταξύ είχε μάλλον δυναμώσει σε ένταση. Θα ‘λεγε μάλιστα πως όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα έμοιαζε με κανονική ομιλία.

Το πήρε απόφαση και περπάτησε στις μύτες ως το σαλόνι, κλείνοντας προηγουμένως ξοπίσω του την πόρτα. Πάντοτε το έκανε αυτό κι ας φαινόταν κάποιες φορές υπερβολικό. Όση ώρα βάδιζε στον διάδρομο πάσχιζε να θυμηθεί αν είχε αφήσει κανένα παράθυρο ανοιχτό, την εξώπορτα ξεκλείδωτη ή αν ήταν απλώς η κακή του μοίρα… Φυσικά αν ίσχυε το τελευταίο δε θα είχε κανέναν λόγο να τα βάλει με τον εαυτό του, μιας και κανείς δεν είναι δυνατόν να νικήσει το πεπρωμένο του. Και με τη σκέψη αυτή παραδόξως ηρέμησε, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση, ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον περίμενε στο σαλόνι θα ήταν διαχειρίσιμο. Καθώς πλησίαζε πάντως, ο ψίθυρος μαζεύτηκε μέχρι που σταμάτησε τελείως, κι όταν πάτησε το πόδι του στο ξύλινο δάπεδο, όλα έδειχναν να είναι κανονικά στη θέση τους: Οι ακριβούτσικοι πίνακες, το αντίκα-εκκρεμές, το παρατημένο λάπτοπ, ως και τα δύο πενηντάρικα κάτω από τ’ ασημένιο τασάκι, ως και η βεβαιότητα πως τίποτα δεν είχε διαταράξει γι’ ακόμα μια φορά τη γαλήνη τους…

«Ήρθες επιτέλους!» ακούστηκε μια φωνή απ’ το πουθενά κάνοντάς τον να τιναχτεί προς τα πίσω απ’ την τρομάρα του.

«Ποιος είσαι και τι θέλεις;»

«Ξέρεις ποιος είμαι και ξέρεις τι θέλω» απάντησε η φωνή κι άναψε τσιγάρο.

«Ούτε ξέρω ούτε και μ’ ενδιαφέρει να μάθω. Μάζεψέ τα και δίνε του για να μη φωνάξω την αστυνομία».

«Δεν σου έκλεψα τίποτα όπως μπορείς να δεις και μόνος σου . Τι θα τους πεις; Αμφιβάλλω αν με βλέπεις κιόλας».

«Πράγματι, δε λείπει τίποτα, όμως δεν έχεις κανένα δικαίωμα να βρίσκεσαι στον χώρο μου».

«Μου;»

«Μας. Τι σε νοιάζει εσένα; Δίνε του γιατί αρχίζω και χάνω την υπομονή μου…»

«Θα ΄λεγα να ηρεμήσουμε καλύτερα. Θες τσιγάρο;» πρότεινε η άγνωστη φωνή.

«Καλά, σοβαρά τώρα; Έρχεσαι από το πουθενά, στρογγυλοκάθεσαι στο σπίτι μου, ανάβεις με την άνεσή σου το τσιγαράκι σου και μου ζητάς να κάνουμε και παρέα;»

«Εσύ με κάλεσες όμως μην το ξεχνάς!»

«Είσαι τρελός; Πότε έγινε αυτό; Και καταρχήν, εμφανίσου μπροστά μου τώρα αμέσως, γιατί αρχίζω και χάνω την υπομονή μου».

«Δεν μπορείς να το λες αυτό!… Δε γίνεται ν’ αφήνεις ορθάνοιχτο τον φεγγίτη και μετά ν’ αναρωτιέσαι πώς μπήκα μέσα! Τυχερός είσαι που προς το παρόν τουλάχιστον είμαι μόνο εγώ…»

«Ποιον φεγγίτη, μωρέ; Είσαι θεόμουρλος, το ξέρεις; Στον έκτο όροφο είμαστε…»

«Δεν πας να δεις τι κάνει η γυναικούλα σου, καλύτερα;» πρότεινε ξαφνικά η φωνή, αναγκάζοντάς τον να πισωπατήσει απρόθυμα.

«Μην ξαναβάλεις τη γυναίκα μου στο στόμα σου γιατί δεν το ‘χω σε τίποτα να σου κατεβάσω καμιά με το κηροπήγιο και να σε αφήσω στον τόπο» απάντησε, στον εαυτό του περισσότερο, κι έτρεξε προς την κρεβατοκάμαρα. Η πόρτα ανοιχτή, το κρεβάτι στρωμένο, ένα σημείωμα πάνω στο μαξιλάρι, μία βαλίτσα λιγότερη στην ντουλάπα… «Τι της έκανες, λέγε, πού πήγε; Λέγε γιατί θα σε σκοτώσω!»

«Δεν ξέρω, μάλλον απ’ τον φεγγίτη κι αυτή».

«Ποιον φεγγίτη, ρε ηλίθιε; Αφού δεν υπάρχει φεγγίτης!»

«Υπάρχει παντού. Σε κάθε σπίτι, σε κάθε σχέση, σε κάθε αδιέξοδο, σε κάθε προσμονή, σε κάθε απογοήτευση».

«Τι παρλαπίπες είναι αυτές; Η γυναίκα μου δεν είχε κανέναν λόγο να φύγει και να μ’ αφήσει. Κι αν στην τελική ήθελε να φύγει, θα μου έκανε κουβέντα πιο πριν και θα έφευγε σαν κυρία, όχι έτσι σαν κυνηγημένη, ή το χειρότερο φυλακισμένη, κι απ’ τον φεγγίτη που λες…»

Η φωνή τράβηξε μια βαθιά τζούρα απ’ την πραγματικότητα και συνέχισε στο ίδιο ύφος αλλά ελαφρώς πιο αιχμηρά: «Εδώ δεν είχες αντιληφθεί τόσο καιρό την ύπαρξή του κι αναρωτιέσαι για κείνη; Και τι ακριβώς είναι για σένα η φυλακή; Κάτι λίγα τετραγωνικά χώρου; Η απουσία ελευθερίας ή μήπως εκείνο το παραθυράκι με τα κάγκελα που σ’ αφήνει ένα μικρούτσικο περιθώριο να ονειρευτείς και να χαζέψεις;»

«Το σπίτι μας είναι 120 τετραγωνικά, κανείς δεν της στέρησε καμιά ελευθερία κι ο γαμημένος φεγγίτης σου, είπαμε δεν υπάρχει γιατί είμαστε στον έκτο όροφο, με το τζακούζι του, το τζάκι του και όλα του τα κομφόρ! Λέγε, πού είναι η γυναίκα μου;»

«Εάν έφευγε τώρα θα μπορούσα με κάποιον τρόπο να σε βοηθήσω. Έχει φύγει καιρό όμως, για την ακρίβεια πηγαινοερχόταν συνέχεια απ’ τον φεγγίτη, κι ας κάνεις πως δεν υπάρχει!»

«Κοίτα, η υπομονή μου έχει και τα όριά της. Πώς πηγαινοερχόταν κι εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι τίποτα; Με δουλεύεις; Έχεις σχέση μαζί της, κάθαρμα;»

«Το πρόβλημα είναι πως ΕΣΥ δεν έχεις σχέση μαζί της. Από κει και ύστερα ο φεγγίτης να ‘ναι καλά!»

«Και τι ξέρεις δηλαδή εσύ από τα οικογενειακά μας; Ποιος σε έβαλε χωροφύλακα στον γάμο μας;»

«Αυτό δηλαδή έχει σημασία για σένα; Το πώς κι όχι το γιατί; Ας πούμε πως αυτή ακριβώς είναι η δουλειά μου… Να περιπολώ και να χώνομαι. Εσύ τι κάνεις γι΄αυτό; Τι έκανες γι’ αυτό;»

«Προσπαθούσα να μην της λείπει τίποτα. Της ήμουνα πιστός, κι ας είχα κι εγώ τους πειρασμούς μου. Σπίτι, δουλειά, δουλειά, σπίτι. Της είχα γυναίκα να καθαρίζει κι άλλη να σιδερώνει. Ήμουνα σωστός απέναντι στους δικούς της. Ήμουνα ήρεμος όσο μπορούσα και δεν τη φόρτωνα με τις σκοτούρες μου. Τι παράπονο μπορεί να είχε δηλαδή και θέλησε να φύγει;»

«Σου είπα, δεν είναι η πρώτη φορά που έφυγε. Απλώς απόψε έτυχε για πρώτη φορά να μ’ ακούσεις. Έχω έρθει άπειρες φορές. Μάλιστα έχω δοκιμάσει όλες τις θέσεις, τον καναπέ, την πολυθρόνα, την καρέκλα του γραφείου, το πουφ. Και τελικά κατέληξα στην πολυθρόνα. Πάντα μου άρεσαν οι κουνιστές πολυθρόνες…»   

«Δηλαδή έρχεσαι και την παίρνεις και φεύγετε παρέα;»

«Εγώ την πηγαινοφέρνω μέσα απ’ τον φεγγίτη. Μετά δεν ξέρω τι κάνει και πού πάει. Πάντως κάθε φορά την ακούω να μουρμουράει πως αυτή θα είναι η τελευταία φορά…»

«Κι εσύ δηλαδή ποιος είσαι;»

«Είπαμε. Είμαι αυτός που περιπολεί και χώνεται. Ψάχνω την κατάλληλη στιγμή για να συνοδέψω μέσα από τον φεγγίτη κάθε αποφασισμένο άνθρωπο που θέλει ν΄αλλάξει τη ζωή του, ή τουλάχιστον να την κάνει πιο υποφερτή, προς την ελευθερία».

«Θα μου πεις επιτέλους πού στο διάολο είναι αυτός ο φεγγίτης και δεν τον βλέπω;»

«Δεν τον βλέπεις γιατί στέκεσαι διαρκώς από κάτω του. Είναι η ρουτίνα σου, φίλε μου, και δυστυχώς όσο περνάει ο καιρός η σκιά του παίρνει σιγά-σιγά τη μορφή σου».

Γύρισε το κεφάλι του και ξαναβάδισε τον διάδρομο, κάνοντας μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Άνοιξε την πόρτα και μειδίασε βρίσκοντας τη γυναίκα του ξαπλωμένη και ήρεμη στο πλάι της, ακριβώς όπως την είχε αφήσει, πριν όλη αυτή η σαχλή συζήτηση του χαλάσει τον ύπνο του. Ξανάκλεισε την πόρτα, μην μπει η τσιγαρίλα μέσα και μέτρησε ευχαριστημένος τις βαλίτσες στο ντουλάπι. Έβγαλε τα γυαλιά του, ήπιε πάλι λίγο νερό, φόρεσε τις ωτοασπίδες και βυθίστηκε ανενόχλητος ξανά στην αγκαλιά του Μορφέα.  


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *