Ήμουν κάπου στα 12, θυμάμαι, όταν μου μίλησε για πρώτη φορά ο γείτονάς μου ο Σπύρος (3-4 χρόνια πιο μεγάλος) για τον άνθρωπο που έμελε να χαράξει ανεξίτηλα τις μουσικές μου αναζητήσεις μέχρι και σήμερα. Λαϊκός τραγουδιστής, κι όχι μόνο, όταν πρωτάκουσα το όνομά του νόμιζα πως επρόκειτο για κάποιον «βαρύ» και «παλιακό» που σίγουρα δε θα ταίριαζε στην ηλικία μας. Όταν όμως άκουσα τα τραγούδια του κάτι μαγικό συνέβη εντός μου, έτσι όπως δένονταν αρμονικά οι μελωδίες τους με την ένρινη πολύ ωραία φωνή του.

Και τα χρόνια πέρασαν. Και μαζί του να ανακαλύπτω ακόμη και την ποίηση, μέσα από το «Άξιόν εστι», που βέβαια είχε πρωτοπεί ένας άλλος τεράστιος, ο Μπιθικώτσης, πολλά χρόνια όμως πριν. Όταν κράτησα λοιπόν στα χέρια μου το «διπλό» βινύλιο και χάζεψα τους στίχους, η εν λόγω ποιητική συλλογή ήταν η πρώτη που απέκτησα. Έτσι γνώρισα τον Ελύτη και κάπως έτσι άρχισα να διαβάζω ποίηση γενικότερα.

Πρώτη γυμνασίου, κάπου το 1983, βρήκα άλλον έναν συνοδοιπόρο, τον Στάθη, με τον οποίο τραγουδούσαμε στα διαλείμματα την «φαντασία», «τα παραπονεμένα λόγια» κλπ., ανακαλύπτοντας πως υπήρχαν και άλλοι νέοι που λάτρευαν τα τραγούδια του.

Και αργότερα, νεαροί πια, θυμάμαι τον Παναγιώτη να με «παρατηρεί» που στον δρόμο καθώς περπατούσαμε σε βόλτες τον τραγουδούσα δυνατά και «ακουγόμουν», ενώ πολλά χρόνια αργότερα ένας άλλος Παναγιώτης, νυν καλός φίλος, μεταξύ αστείου και σοβαρού, με ρώτησε εάν το κάνω επίτηδες που συχνά όταν τελείωνε τη φράση του τραγουδούσα… «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα»!

Γιατί έχει τραγουδήσει τα πάντα και τους πάντες σε κορυφαίο επίπεδο. Γεγονός που δεν αρέσει σε όλους βέβαια, πράγμα απολύτως φυσιολογικό. Οι επικριτές του όμως αγνοούν κάτι πολύ σημαντικό: Πως με όλες αυτές τις μουσικές περιπλανήσεις του, έμαθε και σε μας τους αδαείς το δημοτικό τραγούδι, τα λάτιν, τον Bregovic, ακόμη και βυζαντινούς ύμνους…

Κι αυτό γιατί ήταν ο άνθρωπός μας. Μέσα από τη φωνή του τα ήδη γνωστά από παλιότερους τραγούδια αποκτούσαν άλλη διάσταση. Κορυφαίος ο Νίκος Γούναρης και τα «Γλυκά μου μάτια», αλλά με τη δική του φωνή η τραγουδάρα αυτή έγινε δικιά μας. Δικιά μου. Της γενιάς μου, θα τολμούσα να πω.

Με την κιθάρα, το μπουζούκι ή το ούτι του τραγούδησε ό,τι σχεδόν υπήρξε για να τραγουδηθεί! Με μία απαραίτητη συνθήκη: Να βρίσκει κάποιο μουσικό ενδιαφέρον στη μουσική ή (και) στον στίχο, χωρίς φραγμούς και στεγανά. Κάπως έτσι ανέδειξε πληθώρα νέων τραγουδιστών και απέκτησε το προσωνύμιο «θείος» στην καλλιτεχνική πιάτσα. Και κάπως έτσι συνεργάστηκε με όλους τους μύθους της ελληνικής μουσικής: Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Ξαρχάκο, Καλδάρα, Κουγιουμτζή, Λοϊζο, Μαρκόπουλο, Νικολόπουλο, Σαββόπουλο, Μικρούτσικο, Καραϊνδρου, Παπαδόπουλο, Ελευθερίου, Μαχαιρίτσα, Βαρδή, αδελφούς Κατσιμίχα και άλλους πολλούς. Ενώ μεγάλωσε σε σπίτι και εποχή όπου οι ρεμπέτες της εποχής πηγαινοέρχονταν αποκτώντας από τα μικράτα του εικόνες και ήχους ανεκτίμητης αξίας για τη μετέπειτα πορεία του.

Τραγούδησε με τον Sting, τον Μάριο Φραγκούλη, την Dolce Pontes, έπαιξε με τον Paco De Lucia και τον Al di Meola και φυσικά με την Αλεξίου, τον Πάριο, τον Καζαντζίδη, τη Μαρινέλλα, τον Παπακωνσταντίνου, την Τσαλιγοπούλου και τόσους άλλους, ενώ πραγματοποίησε εκατοντάδες συναυλίες σε όλο τον πλανήτη, προκαλώντας συγκίνηση και ενθουσιασμό σε εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού.

Κλείνοντας σε λίγες μέρες τα 77 χρόνια του, έδωσε προχτές άλλη μία συναυλία στο Κατράκειο θέατρο όπου είχα την τύχη να παρευρεθώ και να διαπιστώσω για μια πολλοστή φορά πόσο σπουδαίος είναι. Όχι μόνο γιατί διατηρεί τη φωνή ακόμη σε υψηλά στάνταρ αλλά κυρίως γιατί εξακολουθεί να σέβεται απεριόριστα το κοινό του, όπως ακριβώς κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Προσέχοντας με ποιους μουσικούς πλαισιώνεται, ποιους τραγουδιστές (σχεδόν πάντα με κάποιον νέο-α, πχ προχτές είχε την κόρη του Κατσιμίχα, τη Μαριάνα) έχει στο πλευρό του και φυσικά έχοντας (από όσο ξέρω) ο ίδιος την ευθύνη των ενορχηστρώσεων.

Όμως το σημαντικότερο σε αυτόν τον τύπο είναι πως, όπως είπα και στην αρχή, έχει καταφέρει να μας είναι οικείος. Έτσι όπως υπάρχει στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας από τη δεκαετία του ’70 έως σήμερα, νιώθω πως τον έχω οικογένεια, πως με κάποιον τρόπο γνωριζόμαστε, παρόλο που δεν τον έχω συναντήσει ποτέ. Γιατί προσαρμόζεται και ακολουθεί τη συνέχεια επιλέγοντας ανελλιπώς να τραγουδάει αυτούς ακριβώς τους στίχους και τις μουσικές που ξεχωρίζουν σε κάθε εποχή και με τον τρόπο αυτόν καταφέρνει να είναι πάντα δίπλα μου και πάντα επίκαιρος. Και έτσι μεγαλώνουμε μαζί συνδεδεμένοι με το μεγαλείο που μόνο η Τέχνη μπορεί να προσφέρει σε δύο άγνωστους ανθρώπους.

Επίσης, απείχε συνειδητά από τη νύχτα για να αφιερωθεί στο ποιοτικό τραγούδι, αυτό που δε μαθαίνεται ούτε έχει προσδιορισμένα χαρακτηριστικά. Απλώς το καταλαβαίνεις όταν το ακούς…

Γιώργο Νταλάρα, σε ευχαριστώ πολύ για όσα μου πρόσφερες μουσικά και συνεχίζεις να μου προσφέρεις ως τώρα. Νιώθω πολύ τυχερός που πέρασα και περνάω τόσο όμορφες στιγμές με τα τραγούδια και τη φωνή σου, είτε ακούγοντάς σε στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στον δρόμο είτε παίζοντας μπουζούκι με τις παρέες μου. Να είσαι καλά!


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *