Πέταξε τα παπούτσια της και σωριάστηκε στον μεγάλο καναπέ ανακουφισμένη που δεν τον βρήκε σπίτι. Δεν άντεχε να τη ρωτάει πού ήταν χωρίς να την κοιτάει και κυρίως χωρίς να ενδιαφέρεται. Έβαλε ένα αγαπημένο της cd, ένα ποτήρι με χυμό κι άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει πάλι στην αγκαλιά του. Ασυναίσθητα γεύτηκε στα χείλη της το φιλί του. Στα αυτιά της, σαν μελωδία η φωνή του με κείνο το αισθησιακό ηχόχρωμα που έκανε τις λέξεις να μη θέλεις να τελειώσουν και το νόημά τους να φωλιάζει γαληνεμένα στο ησυχαστήρι της ψυχής.

            Ούτε που κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα αναπολώντας τις στιγμές που σιγά-σιγά άρχιζαν να ξεθωριάζουν, λεπτό το λεπτό ν’ απομακρύνονται και κείνο το ρολόι στον απέναντι τοίχο να της φρεσκάρει στο μυαλό πως ο χρόνος από δω και στο εξής θα είναι πεθαμένος… Το σπίτι ήθελε συγύρισμα. Και οι σκέψεις της το ίδιο. Ξεσκόνισμα οι επιθυμίες, καθάρισμα οι προσδοκίες της και να σφουγγαριστούν καλά οι ενοχές και οι φοβίες. Μάζεψε τις τρίχες του από τον νιπτήρα και κόντεψε να αηδιάσει. Το μπουκαλάκι με το άρωμά του, άθικτο σχεδόν, να πιάνει χώρο στο ντουλάπι ανάμεσα στις τέσσερις οδοντόκρεμες και το οδοντικό νήμα, το μεγάλο κουτί με τα τσιρότα και το αντισηπτικό σε μέγεθος γαβάθας.

            Έτριψε καλά τον πάτο της μπανιέρας να φύγουνε τα ίχνη από τα σφιχταγκαλιάσματα και τις πατημασιές στ’ αυλάκια του παθιασμού και της σαγήνης. Άνοιξε καλά τη βρύση να ξεπλυθεί η όμορφη εικόνα προτού μαγαριστεί απ’ τη ρουτίνα και στη συνέχεια βάλθηκε να ξεβουλώνει με το ειδικό υγρό την μπουχτισμένη αποχέτευση από τους τόσους τόνους υποκρισίας και τις ακαθαρσίες της δηθεμένης τους κοινά αποδεκτής και ομαλής συμβίωσης. Έβαλε στο καλάθι τ’ άπλυτα μαζί με τα ανείπωτα και μειδίασε στη σκέψη πως μαζί του ένιωθε αδήριτη την ανάγκη να τ’ αποκαλύπτει όλα, γιατί πολύ απλά ήταν πρόθυμος να την ακούσει, να τη σεβαστεί αλλά και να την ικανοποιήσει. Η στοίβα έφτασε μέχρι ψηλά τον ουρανό, σημάδι κι αυτό πως τα πενήντα τετραγωνικά δεν χωρούσαν πια ούτε τους εφιάλτες τους. Κάποιο κλειδί σαν να άκουσε και τινάχτηκε επ’ αυτοφώρω, μα ευτυχώς ήταν από άλλο σπίτι. Συνέχισε πιο έντονα λοιπόν να προσπαθεί να θυμηθεί πότε υπήρξε πραγματικός στα όνειρά της κι από ποια στιγμή και έπειτα έμεινε να είναι αληθινός μόνο στη στενοχώρια της. Με βρεγμένες πατούσες πήγε ως το σαλόνι κι άλλαξε cd χαμογελώντας γιατί ήταν το αγαπημένο του, άρα κι εκείνης. Πολλά από μουσική δεν ήξερε, ήξερε όμως αυτός αλλά και τι σημασία είχε στην τελική; Της άρεσε τρελά ό,τι του άρεσε κι ας άλλαξε πολλές φορές εκ βάθρων τις συνήθειές της. Στ’ αλήθεια, ούτε και είχε αναρωτηθεί ως τώρα, από πού κι ως πού να τραβολογιέται πλάι του σε ποιητικές βραδιές και ειδικά συμπόσια. Ούτε που καταλάβαινε ούτε και την ένοιαζε, της αρκούσε που έγερνε το κεφάλι της στους ώμους του κι απολάμβανε τον χρόνο να περνά έτσι απλά και μεστωμένα, έτσι ακουμπισμένη πάνω του κι ησυχασμένη… Σίγουρα πάντως καλύτερα απ’ την τηλεόραση, καλύτερα από καθετί μες στο σπίτι που συμβαίνει λες και καμωμένο από τεχνητή νοημοσύνη…

            Όπως όλα άλλωστε… Τεχνητό ενδιαφέρον, τεχνητή συντροφικότητα, τεχνητός ο έρωτας, τα φιλιά -σπανιότερα αυτά-, τεχνητός οργασμός, τεχνητή ευτυχία… Ένας κόσμος ίσα να υπάρχει για να χωρά την ύπαρξη χωρίς τον εαυτό, που περιμένει κάποιες μόνο ώρες κι ύστερα βυθίζεται και πάλι στη μοναξιά των αναμνήσεων.

            Σειρά πήραν οι τοίχοι. Να καθαριστούν καλά μη και μαρτυρήσουν τα αχνοψιθυρίσματα της ηδονής και τη λαχτάρα που τόσο πολύ καιρό φώλιαζε ανείδωτη στα μύχια της επιθυμίας και της ενοχής. Ήταν η στιγμή που έκλαψε και τα δάκρυα μπερδεύτηκαν με τις πιτσιλιές που έσταζαν ελεύθερες απ’ το σφουγγάρι. Τον είχε αγαπήσει, δε χωρά αμφιβολία σε αυτό, μα πάντοτε αναρωτιόταν μήπως ήταν μια αγάπη γεννημένη από τη σπίθα της δικής της ανασφάλειας. Μια κολακεία, ένα κερδισμένο στοίχημα, ένα παιδί αργότερα, μια ανεπίστρεφτη απόφαση που δε γινόταν παρά να διαρκέσει αλλά και να κακοφορμίσει…

            Στην κρεβατοκάμαρα μετά βίας έπνιξε ένα γελάκι κοιτάζοντας τις δυο πλευρές του κρεβατιού ανέγγιχτες και τακτοποιημένες. Σαν του στρατού, του νοσοκομείου ή του μαιευτηρίου. Ο πόθος εξαφανισμένος, άφησε αντικαταστάτη κάτι λίγα ψίχουλα και μια οσμή ξινίλας, κατά το Σαββατόβραδο, λίγο πριν ή μετά τις βραδινές ειδήσεις. Μεθυσμένη απ’ την ορμή του σώματός του αφέθηκε και πάλι στη σιγουριά πως ό,τι κι αν ζεις πάντοτε υπάρχει αυτό που νόμιζες πως δεν το μπορείς και που τελικά το μπόρεσες, αρκεί να σβήσουνε έγκαιρα ο δισταγμός κι η υποχρέωση. Καμάρωσε τα όμορφα, στιλάτα ρούχα του, με τον αέρα της ζωής και στοίχισε τα μοδάτα του ημιάρβυλα πλάι στις καταθλιπτικές παντόφλες, σαν του στρατού, του νοσοκομείου ή του μαιευτηρίου. Είχε καιρό να τις προσέξει μόνες τους. Μόνιμα σφηνωμένες στα κάτασπρα πόδια του, λες και είχε γεννηθεί μ’ αυτές, πώς να τις προσέξει; Μάλλον τις φορούσε και στον γάμο τους. Έπειτα συγύρισε τις φιγουράτες του βερμούδες, τ’ ανάλαφρα όλο δροσιά t-shirt του, τα ντελικάτα του εσώρουχα, κλέβοντας χώρο από τ’ αρρωστιάρικα πουκάμισα, τα σώβρακα και τις λευκές φανέλες που συχνά έμοιαζαν σαβανωμένες.

            Βγήκε απ’ το δωμάτιο να πάρει αέρα. Έβαλε λιγάκι τζιν στον χυμό της κι άφησε πάλι κάτω τα μαλλιά της. Τη μουσική δεν την άλλαξε. Δεν την άκουγε κιόλας. Αρκεί που του άρεσε… Μήπως όμως έτσι κάπως ξεκινάνε όλα; Το σπίτι τους δεν της πολυάρεσε αλλά είχε συμφωνήσει, μη και του χαλάσει το χατίρι. Ούτε παιδί ήθελε εκείνη τη στιγμή. Ήθελε να ζήσουνε προτού αρχίσουν οι σκοτούρες, αλλά την έπεισε πως τα παιδιά είναι ευτυχία και τελικά συμφώνησε. Κανονικά δε θ’ άκουγε αυτή τη μουσική ούτε καμιά άλλη. Την έπεισε όμως με τον μοναδικό του τρόπο πως κι η ποίηση είναι σπουδαία, τα συμπόσια, οι φούγκες… Ειλικρινά δε θυμόταν να της άρεσε ποτέ κάτι από μόνη της. Μπαλέτο γράφτηκε απ’ τους γονείς της. Κιθάρα επειδή η αδελφή της έκανε πιάνο και θα ζήλευε. Στο Πανεπιστήμιο γράφτηκε επειδή πέρασε και το τελείωσε επειδή έπρεπε. Έβαλε λίγο ακόμη τζιν. Δυνάμωσε τη μουσική χωρίς λόγο, ίσως για να μην ακούει το τικ-τακ απ’ το ρολόι. Στα πενήντα τετραγωνικά οι χτύποι του ακούγονται σαν βόμβες. Κοίταξε τη βιβλιοθήκη γεμάτα βιβλία ανάγνωστα. Τα περισσότερα ήταν δικής του προτροπής. Πού να βρει χρόνο να τα διαβάσει; Και πώς να τον απογοητεύσει; Ήξερε πως αν ήθελε μπορούσε να βρει ανά πάσα στιγμή μιαν άλλη. Δεν το ρισκάρεις.

            Βέβαια, μαζί του έγινε άλλος άνθρωπος. Βρήκε ενδιαφέροντα, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Έκανε μεταπτυχιακό, όχι χωρίς προσπάθεια. Εκείνος τη βοήθησε, και με τις γνωριμίες του συνέβαλε επίσης να βρει καλύτερη δουλειά, όμως μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρει μιαν άλλη. Γι’ αυτό δεν το ‘παιρνε απόφαση. Φοβόταν μην τον χάσει. Ένιωθε κατώτερη, ακόμη κι αν δεν ήταν. Έτσι τουλάχιστον την είχε άπειρες φορές διαβεβαιώσει και τον πίστεψε. Όλα του τα πίστεψε. Μέχρι που άρχισε να γράφει κι εκείνη ποιήματα κι ας μην ήξερε. Δεν το ‘παιρνε ωστόσο απόφαση.

            Δεν ήξερε όμως αν τελικά ήθελε να γίνει άλλος άνθρωπος. Οι αλλαγές θέλουνε ξεβόλεμα και το ξεβόλεμα ρίσκα. Δεν υπήρξε ποτέ ρισκαδόρισα. Δε θα τολμούσε ποτέ να προδώσει το μυστικό της, να τον αφήσει και να φύγει. Μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τη βαρεθεί και να την αφήσει για μιαν άλλη. Όσο και να την αγαπούσε, και δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, κάποτε ίσως να κουραζόταν που δεν είχε ποτέ της προσωπικές φιλοδοξίες. Ίσως κι η ίδια να κουραζόταν από τις φιλοδοξίες που δεν είχε. Ίσως να τον ανάγκαζε να βρει μιαν άλλη…

            Άκουσε το ασανσέρ να ανεβαίνει. Ο χρόνος της τελείωνε. Έπρεπε να βάλει πάλι επιμελώς τη μάσκα της κανονικότητας. Θα έχει φτάσει στον δεύτερο όροφο… Έχυσε το τζιν στον νεροχύτη, πέταξε τα στιλάτα του ρούχα και τα παπούτσια του απ’ το παράθυρο, έκλεισε τη μουσική κι άνοιξε περήφανα την τηλεόραση στις ειδήσεις των οκτώ. Για μια στιγμή σκέφτηκε να του φέρει και τις παντόφλες, αλλά αμέσως το μετάνιωσε αφού αυτός δεν επρόκειτο να βρει μιαν άλλη…

      


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *